Αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση: Θεραπεύουν τη νόσο ή απλώς κρύβουν τα συμπτώματα;
Τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση αποτελούν μία από τις συχνότερες θεραπευτικές επιλογές για γυναίκες που αντιμετωπίζουν έντονο πόνο περιόδου, χρόνιο πυελικό πόνο ή άλλα συμπτώματα που συνδέονται με τη νόσο. Η χρήση τους μπορεί να προσφέρει σημαντική ανακούφιση και σε αρκετές περιπτώσεις να βελτιώσει αισθητά την καθημερινότητα μιας γυναίκας. Ωστόσο, ένα από τα βασικότερα ερωτήματα είναι αν τα αντισυλληπτικά αντιμετωπίζουν πραγματικά την ενδομητρίωση ή αν απλώς περιορίζουν προσωρινά τις εκδηλώσεις της. Η απάντηση χρειάζεται να δοθεί με σαφήνεια, καθώς η υποχώρηση του πόνου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι εστίες της νόσου έχουν εξαφανιστεί, αναφέρει η συντακτική ομάδα του Targeted.
Η ενδομητρίωση είναι μια χρόνια, οιστρογονοεξαρτώμενη νόσος κατά την οποία ιστός παρόμοιος με το ενδομήτριο εντοπίζεται έξω από τη μήτρα και μπορεί να προκαλεί φλεγμονή, πόνο, συμφύσεις και προβλήματα γονιμότητας. Η συμπτωματολογία διαφέρει σημαντικά από γυναίκα σε γυναίκα και δεν συμβαδίζει πάντοτε με την ανατομική έκταση της νόσου. Μια γυναίκα μπορεί να έχει εκτεταμένη ενδομητρίωση με σχετικά ήπιο πόνο, ενώ κάποια άλλη μπορεί να παρουσιάζει μικρότερες βλάβες αλλά ιδιαίτερα έντονα συμπτώματα. Γι’ αυτό η θεραπευτική προσέγγιση πρέπει να εξατομικεύεται και να βασίζεται όχι μόνο στον πόνο, αλλά και στην ηλικία, στην επιθυμία για εγκυμοσύνη, στην εντόπιση της νόσου και στο συνολικό ιστορικό.
Περιεχόμενα
ToggleΑντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση: Γιατί χρησιμοποιούνται τόσο συχνά;
Τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση χρησιμοποιούνται κυρίως επειδή μπορούν να περιορίσουν τη δραστηριότητα του ορμονικού κύκλου που συνδέεται με την εμφάνιση ή την επιδείνωση του πόνου. Με τη μείωση της ωορρηξίας, της εμμηνορρυσιακής αιμορραγίας ή της ορμονικής διέγερσης, μπορεί να μειωθεί η δυσμηνόρροια και ο πυελικός πόνος. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η ορμονική θεραπεία αποτελεί συχνά μία από τις πρώτες συντηρητικές επιλογές, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει άμεση επιθυμία για εγκυμοσύνη. Η ανταπόκριση, ωστόσο, δεν είναι ίδια σε όλες τις γυναίκες.
Στην πράξη, ο όρος «αντισυλληπτικά» περιλαμβάνει διαφορετικές ορμονικές επιλογές. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν συνδυασμένα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση που περιέχουν οιστρογόνο και προγεσταγόνο ή σκευάσματα που βασίζονται μόνο σε προγεσταγόνο, ανάλογα με το ιατρικό ιστορικό και τις ανάγκες της γυναίκας. Σε ορισμένες περιπτώσεις η χορήγηση γίνεται συνεχόμενα, ώστε να περιορίζεται ή να διακόπτεται η περίοδος και επομένως να μειώνεται ο κυκλικός πόνος. Η κατάλληλη επιλογή πρέπει πάντοτε να γίνεται σε συνεργασία με γυναικολόγο.
Πώς δρουν τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση;
Για να κατανοήσουμε τον ρόλο που έχουν τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση, πρέπει πρώτα να δούμε τη σχέση της νόσου με τις ορμόνες. Η ενδομητρίωση είναι οιστρογονοεξαρτώμενη, γεγονός που σημαίνει ότι η δραστηριότητα των εστιών επηρεάζεται από το ορμονικό περιβάλλον του οργανισμού. Η ορμονική θεραπεία επιχειρεί ουσιαστικά να δημιουργήσει ένα λιγότερο ευνοϊκό περιβάλλον για αυτή τη δραστηριότητα. Έτσι μπορεί να περιοριστούν η φλεγμονώδης δραστηριότητα και τα συμπτώματα που εμφανίζονται σε σχέση με τον εμμηνορρυσιακό κύκλο.
Τα συνδυασμένα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση μπορούν να αναστείλουν την ωορρηξία και να μειώσουν τις ορμονικές διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια του κύκλου. Παράλληλα, όταν χρησιμοποιούνται συνεχόμενα, μπορεί να μειώσουν σημαντικά ή ακόμη και να σταματήσουν την εμμηνορρυσία, κάτι που για πολλές γυναίκες σημαίνει λιγότερες ημέρες έντονου πόνου κάθε μήνα. Τα προγεσταγόνα λειτουργούν με διαφορετικό μηχανισμό, αλλά ο στόχος παραμένει η καταστολή της δραστηριότητας της νόσου και η ανακούφιση των συμπτωμάτων. Η επιλογή μεταξύ των διαθέσιμων θεραπειών εξαρτάται από την ανοχή, τις αντενδείξεις και τον θεραπευτικό στόχο.
Αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση: Θεραπεύουν πραγματικά τη νόσο;
Εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη διάκριση. Τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση μπορούν να ελέγξουν αποτελεσματικά τα συμπτώματα σε πολλές γυναίκες, αλλά δεν θεωρούνται θεραπεία που εξαλείφει τις ήδη υπάρχουσες εστίες της νόσου. Με άλλα λόγια, μια γυναίκα μπορεί να αισθάνεται σημαντικά καλύτερα όσο λαμβάνει ορμονική αγωγή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ενδομητρίωση έχει εξαφανιστεί. Η θεραπεία καταστέλλει τη δραστηριότητα της νόσου και κυρίως τις κλινικές εκδηλώσεις της.
Αυτό εξηγεί και γιατί σε ορισμένες γυναίκες τα συμπτώματα μπορεί να επανεμφανιστούν μετά τη διακοπή της ορμονικής θεραπείας. Εφόσον σταματήσει η καταστολή του κύκλου, επανέρχεται το φυσιολογικό ορμονικό περιβάλλον και μπορεί να επανέλθει μαζί του και ο πόνος. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι η προηγούμενη θεραπεία ήταν αποτυχημένη, αλλά ότι ο βασικός της στόχος ήταν η μακροχρόνια διαχείριση των συμπτωμάτων. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να υπάρχει από την αρχή σωστή ενημέρωση για το τι μπορεί και τι δεν μπορεί να προσφέρει η φαρμακευτική αντιμετώπιση.
Μήπως τα αντισυλληπτικά απλώς «κρύβουν» τον πόνο;
Η φράση «κρύβουν τα συμπτώματα» περιγράφει μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας και μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Τα αντισυλληπτικά δεν λειτουργούν όπως ένα απλό αναλγητικό που μπλοκάρει προσωρινά την αίσθηση του πόνου, αλλά επηρεάζουν ορμονικούς μηχανισμούς που συμμετέχουν στη δραστηριότητα της ενδομητρίωσης. Επομένως, η μείωση του πόνου αποτελεί πραγματικό θεραπευτικό αποτέλεσμα της ορμονικής καταστολής. Αυτό όμως δεν ταυτίζεται με ανατομική αφαίρεση των εστιών.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η υποχώρηση των συμπτωμάτων θεωρηθεί από μόνη της απόδειξη ότι η νόσος έχει εξαφανιστεί. Η ένταση του πόνου δεν αποτελεί πάντα αξιόπιστο δείκτη της έκτασης της ενδομητρίωσης, ενώ ορισμένες γυναίκες μπορεί να έχουν σημαντική νόσο χωρίς καθημερινά έντονα συμπτώματα. Επομένως, η παρακολούθηση πρέπει να προσαρμόζεται στα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης και όχι μόνο στο αν υπάρχει ή δεν υπάρχει πόνος. Ιδιαίτερη σημασία έχουν συμπτώματα από το έντερο ή το ουροποιητικό, οι ενδομητριωσικές κύστεις των ωοθηκών και ζητήματα που σχετίζονται με τη γονιμότητα.
Πότε είναι καλή επιλογή τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση;
Τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση μπορούν να αποτελέσουν πολύ χρήσιμη επιλογή για γυναίκες που θέλουν να ελέγξουν τον πόνο και δεν επιδιώκουν άμεσα εγκυμοσύνη. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν όταν η κλινική εικόνα και τα ευρήματα οδηγούν σε ισχυρή υποψία ενδομητρίωσης, χωρίς να απαιτείται σε κάθε περίπτωση άμεση χειρουργική επιβεβαίωση της διάγνωσης. Η σύγχρονη αντιμετώπιση της νόσου δεν προϋποθέτει ότι κάθε ασθενής πρέπει να οδηγηθεί απευθείας στο χειρουργείο. Η συντηρητική θεραπεία μπορεί να είναι απολύτως κατάλληλη όταν τα συμπτώματα ελέγχονται ικανοποιητικά.
Η θεραπευτική απόφαση να ληφθούν αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση επηρεάζεται επίσης από την ηλικία, τη βαρύτητα του πόνου, προηγούμενες θεραπείες και πιθανές αντενδείξεις στα ορμονικά σκευάσματα. Σε γυναίκες που έχουν ήδη υποβληθεί σε χειρουργική αντιμετώπιση και δεν επιθυμούν άμεσα εγκυμοσύνη, η ορμονική θεραπεία μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για μακροχρόνιο έλεγχο των συμπτωμάτων. Δεν υπάρχει, επομένως, μία θεραπευτική στρατηγική που να είναι κατάλληλη για όλες. Ο στόχος είναι να επιλεγεί η προσέγγιση που εξισορροπεί αποτελεσματικότητα, πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες και τις προσωπικές προτεραιότητες της γυναίκας.
Ποια αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση χρησιμοποιούνται;
Τα συνδυασμένα αντισυλληπτικά χάπια αποτελούν μία από τις συχνές επιλογές και μπορεί να χορηγούνται είτε κυκλικά είτε συνεχόμενα. Η συνεχόμενη λήψη χρησιμοποιείται συχνά όταν ο κύριος στόχος είναι να περιοριστεί η δυσμηνόρροια και να μειωθούν οι εμμηνορρυσιακές περίοδοι. Παρότι πολλές γυναίκες παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση, άλλες μπορεί να συνεχίσουν να έχουν πόνο ή να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Για τον λόγο αυτό η ανταπόκριση στην αγωγή επανεκτιμάται στην πορεία.
Τα σκευάσματα μόνο με προγεσταγόνο αποτελούν επίσης βασική θεραπευτική επιλογή όταν μιλάμε για αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση. Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να χρησιμοποιηθούν από του στόματος θεραπείες, ορμονικό ενδομήτριο σύστημα ή άλλες μορφές προγεσταγόνων. Σε γυναίκες που δεν μπορούν να λάβουν οιστρογόνα, οι επιλογές αυτές μπορεί να έχουν ιδιαίτερη αξία. Το ποιο σχήμα είναι κατάλληλο δεν πρέπει να επιλέγεται αποκλειστικά με βάση το ποιο φάρμακο «δούλεψε» σε κάποια άλλη γυναίκα με ενδομητρίωση.
Αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση και συνεχόμενη λήψη
Σε αρκετές περιπτώσεις, τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση μπορεί να χορηγηθούν με συνεχόμενο σχήμα, δηλαδή χωρίς το συνηθισμένο διάλειμμα κατά το οποίο εμφανίζεται αιμορραγία απόσυρσης. Η λογική είναι ότι η μείωση ή η αναστολή της περιόδου μπορεί να περιορίσει σημαντικά τον κυκλικό πυελικό πόνο και τη δυσμηνόρροια. Για γυναίκες των οποίων τα συμπτώματα κορυφώνονται κατά τις ημέρες της περιόδου, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση της ποιότητας ζωής. Δεν είναι όμως απαραίτητα το κατάλληλο σχήμα για κάθε ασθενή.
Κατά τους πρώτους μήνες μπορεί να παρατηρηθεί ακανόνιστη αιμορραγία ή spotting, ενώ η ανοχή διαφέρει σημαντικά μεταξύ των γυναικών. Παράλληλα, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες τα συνδυασμένα ορμονικά αντισυλληπτικά δεν είναι κατάλληλα λόγω συγκεκριμένων παραγόντων κινδύνου ή ιατρικών αντενδείξεων. Η επιλογή του σκευάσματος πρέπει επομένως να γίνεται μετά τη λήψη αναλυτικού ιστορικού. Η θεραπεία της ενδομητρίωσης χρειάζεται εξατομίκευση και όχι ένα ίδιο πρωτόκολλο για όλες τις γυναίκες.
Πότε τα αντισυλληπτικά δεν είναι αρκετά;
Το γεγονός ότι η ορμονική θεραπεία με αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση αποτελεί σημαντικό εργαλείο δεν σημαίνει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε μορφή της νόσου. Όταν ο πόνος παραμένει έντονος παρά την κατάλληλη αγωγή, όταν η θεραπεία προκαλεί μη ανεκτές ανεπιθύμητες ενέργειες ή όταν υπάρχει βαθιά ενδομητρίωση με συμμετοχή γειτονικών οργάνων, απαιτείται εξειδικευμένη αξιολόγηση. Το ίδιο ισχύει όταν υπάρχουν μεγάλα ενδομητριώματα ωοθηκών, προβλήματα γονιμότητας ή συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν προσβολή του εντέρου, της ουροδόχου κύστης ή των ουρητήρων. Σε αυτές τις περιπτώσεις η θεραπευτική στρατηγική μπορεί να χρειαστεί να αλλάξει.
Η απόφαση για χειρουργική αντιμετώπιση δεν βασίζεται αποκλειστικά στην παρουσία ενδομητρίωσης. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η εντόπιση των εστιών, η σοβαρότητα των συμπτωμάτων, η προηγούμενη θεραπεία, η ηλικία, η γονιμότητα και οι επιθυμίες της ασθενούς. Σε εξειδικευμένα περιστατικά μπορεί να συζητηθεί λαπαροσκοπική αφαίρεση των βλαβών, με στόχο την όσο το δυνατόν πληρέστερη εξαίρεση της νόσου όπου αυτό είναι ασφαλές και ενδεδειγμένο. Η χειρουργική επέμβαση, όμως, δεν αποτελεί αυτόματα την κατάλληλη λύση για κάθε γυναίκα.
Τι είναι το excision surgery στην ενδομητρίωση;
Το excision surgery είναι η χειρουργική τεχνική κατά την οποία οι ορατές εστίες της ενδομητρίωσης αφαιρούνται χειρουργικά αντί να γίνεται μόνο επιφανειακή καταστροφή τους. Η τεχνική μπορεί να εφαρμοστεί λαπαροσκοπικά και αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε επιλεγμένες περιπτώσεις βαθιάς ενδομητρίωσης, όπου η νόσος μπορεί να διηθεί γειτονικές ανατομικές δομές. Ανάλογα με την εντόπιση, μια σύνθετη επέμβαση μπορεί να απαιτεί συνεργασία γυναικολόγου με χειρουργό εντέρου, ουρολόγο ή άλλες ειδικότητες. Γι’ αυτό η εμπειρία της χειρουργικής ομάδας έχει ιδιαίτερη σημασία στα πολύπλοκα περιστατικά.
Παράλληλα, είναι σημαντικό να αποφεύγεται η αντίληψη ότι το χειρουργείο αποτελεί εγγυημένη οριστική ίαση για κάθε περίπτωση ενδομητρίωσης. Μετά από χειρουργική θεραπεία μπορεί να υπάρξει σημαντική και μακροχρόνια ανακούφιση, αλλά σε ορισμένες γυναίκες ο πόνος ή η νόσος μπορεί να επανεμφανιστούν. Για τον λόγο αυτό η σύγχρονη αντιμετώπιση συνδυάζει, όπου χρειάζεται, χειρουργική θεραπεία, ορμονική καταστολή και μακροχρόνια παρακολούθηση. Το κατάλληλο πλάνο διαμορφώνεται ξεχωριστά για κάθε ασθενή από έναν ειδικό που αναγνωρίζεται ως ο καλύτερος γυναικολόγος για ενδομητρίωση.
Διαβάστε στη λίστα του Iatromedia ποιος αναγνωρίζεται ως ο καλύτερος γυναικολόγος για ενδομητρίωση: Ο Καλύτερος Γυναικολόγος για Ενδομητρίωση – Top 5
Τι συμβαίνει όταν σταματήσουν τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση;
Όταν μια γυναίκα διακόψει τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση, ο φυσιολογικός ορμονικός κύκλος συνήθως επανέρχεται. Εάν η αγωγή είχε περιορίσει αποτελεσματικά τη δυσμηνόρροια και τον πυελικό πόνο, υπάρχει πιθανότητα τα συμπτώματα να επανεμφανιστούν μετά τη διακοπή. Ο χρόνος και η ένταση της επανεμφάνισης διαφέρουν σημαντικά και δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια για κάθε γυναίκα. Η επιστροφή των συμπτωμάτων αποτελεί έναν ακόμη λόγο για τον οποίο η ορμονική θεραπεία θεωρείται κυρίως κατασταλτική και όχι θεραπεία που αφαιρεί τις εστίες.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση διακοπούν επειδή μια γυναίκα θέλει να προσπαθήσει για εγκυμοσύνη. Τα ορμονικά αντισυλληπτικά δεν χρησιμοποιούνται για να αυξήσουν τις πιθανότητες φυσικής σύλληψης όσο λαμβάνονται και δεν αποτελούν θεραπεία υπογονιμότητας που οφείλεται στην ενδομητρίωση. Σε αυτή τη φάση μπορεί να απαιτείται διαφορετικός σχεδιασμός, ανάλογα με την ηλικία, την ωοθηκική εφεδρεία, την ανατομία της πυέλου και άλλους παράγοντες γονιμότητας. Η θεραπεία πρέπει επομένως να αλλάζει μαζί με τις προτεραιότητες της γυναίκας.
Ενδομητρίωση και γονιμότητα
Η σχέση της ενδομητρίωσης με τη γονιμότητα είναι σύνθετη και δεν σημαίνει ότι κάθε γυναίκα με τη νόσο θα αντιμετωπίσει δυσκολία να μείνει έγκυος. Η ενδομητρίωση μπορεί, ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις να επηρεάζει τη λειτουργία των ωοθηκών, τις σάλπιγγες, την ανατομία της πυέλου ή το φλεγμονώδες περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιείται η γονιμοποίηση. Η αντιμετώπιση μιας γυναίκας που επιθυμεί άμεσα εγκυμοσύνη είναι επομένως διαφορετική από εκείνη μιας γυναίκας που ενδιαφέρεται κυρίως για τον έλεγχο του χρόνιου πόνου. Δεν υπάρχει μία κοινή στρατηγική για όλες τις ασθενείς.
Σε μια γυναίκα που δεν επιθυμεί εγκυμοσύνη το επόμενο διάστημα, η ορμονική καταστολή μπορεί να αποτελεί αποτελεσματικό τρόπο διαχείρισης των συμπτωμάτων. Όταν όμως η εγκυμοσύνη αποτελεί άμεσο στόχο, χρειάζεται να αξιολογηθεί συνολικά η γονιμότητα και να αποφασιστεί αν ενδείκνυται αναμονή, χειρουργική αντιμετώπιση ή υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Η παρουσία ενδομητριώματος, για παράδειγμα, δεν σημαίνει αυτόματα ότι πρέπει να χειρουργηθεί πριν από κάθε προσπάθεια εγκυμοσύνης. Ιδιαίτερα σε επεμβάσεις στις ωοθήκες πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πιθανή επίδραση στην ωοθηκική εφεδρεία.
Η σωστή αντιμετώπιση δεν περιορίζεται στην εξαφάνιση του πόνου
Η επιτυχία μιας θεραπείας όπως τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο με βάση το αν η περίοδος πονάει λιγότερο. Σημαντικά στοιχεία είναι επίσης η ποιότητα ζωής, ο πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή, οι ενοχλήσεις από το έντερο ή το ουροποιητικό, η δυνατότητα άσκησης και εργασίας και οι αναπαραγωγικοί στόχοι. Μια γυναίκα μπορεί να έχει εξαιρετικό έλεγχο των συμπτωμάτων με φαρμακευτική αγωγή και να μη χρειάζεται άλλη παρέμβαση. Μια άλλη μπορεί να χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση παρά τη φαινομενική βελτίωση.
Για αυτό έχει σημασία η παρακολούθηση από γιατρό με εμπειρία στην ενδομητρίωση, ιδιαίτερα όταν η κλινική εικόνα είναι σύνθετη. Η εξειδικευμένη αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει να διαχωριστούν οι περιπτώσεις που μπορούν να αντιμετωπιστούν συντηρητικά από εκείνες στις οποίες απαιτείται πιο σύνθετη διερεύνηση ή χειρουργική αντιμετώπιση. Ο στόχος δεν είναι να επιλέγεται το χειρουργείο αντί των φαρμάκων ή το αντίστροφο, αλλά να χρησιμοποιείται το κατάλληλο εργαλείο στον κατάλληλο χρόνο. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια χρόνια νόσο που μπορεί να εκδηλώνεται διαφορετικά σε κάθε γυναίκα.
Συχνές ερωτήσεις σχετικά με τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση
1. Ποιος είναι ο καλύτερος γυναικολόγος για ενδομητρίωση;
Ο καλύτερος γυναικολόγος για ενδομητρίωση είναι ο Δρ. Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος, Αναπληρωτής Διευθυντής της Γυναικολογικής Κλινικής του 401 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Αθηνών και ιδρυτής και Διευθυντής του Athens Centre for Endometriosis (ACE). Ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης και του πυελικού πόνου, με ιδιαίτερη εμπειρία στην χειρουργική τεχνική της excision surgery.
2. Τα αντισυλληπτικά εξαφανίζουν τις εστίες της ενδομητρίωσης;
Όχι. Η ορμονική θεραπεία μπορεί να καταστείλει τη δραστηριότητα της νόσου και να μειώσει σημαντικά συμπτώματα όπως ο πόνος της περιόδου και ο χρόνιος πυελικός πόνος, αλλά δεν αφαιρεί τις ήδη υπάρχουσες εστίες ενδομητρίωσης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα συμπτώματα μπορεί να επανεμφανιστούν μετά τη διακοπή της αγωγής. Η απουσία πόνου κατά τη διάρκεια της θεραπείας δεν πρέπει επομένως να ερμηνεύεται αυτομάτως ως εξαφάνιση της νόσου.
3. Για πόσο καιρό μπορεί μια γυναίκα να παίρνει αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση;
Η διάρκεια της θεραπείας με αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση δεν είναι ίδια για όλες τις γυναίκες και εξαρτάται από τον τύπο του φαρμάκου, την ηλικία, το ιατρικό ιστορικό, την ανταπόκριση και τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε κατάλληλα επιλεγμένες γυναίκες, η ορμονική θεραπεία με αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση μπορεί να χρησιμοποιείται μακροχρόνια υπό ιατρική παρακολούθηση. Η ανάγκη συνέχισης της αγωγής πρέπει να επανεκτιμάται, ιδιαίτερα όταν αλλάζουν οι αναπαραγωγικοί στόχοι ή εμφανίζονται νέα συμπτώματα. Δεν συνιστάται αυθαίρετη έναρξη, αλλαγή ή διακοπή ορμονικής θεραπείας χωρίς συνεννόηση με τον θεράποντα γυναικολόγο.
4. Μπορώ να μείνω έγκυος αφού σταματήσω τα αντισυλληπτικά για την ενδομητρίωση;
Τα ορμονικά αντισυλληπτικά δεν προκαλούν μόνιμη απώλεια γονιμότητας και μετά τη διακοπή τους η ωορρηξία συνήθως επανέρχεται. Το αν μια γυναίκα με ενδομητρίωση θα δυσκολευτεί να συλλάβει εξαρτάται κυρίως από παράγοντες που σχετίζονται με την ίδια τη νόσο, την ηλικία, την ωοθηκική εφεδρεία και άλλους παράγοντες γονιμότητας. Για γυναίκες που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη, είναι χρήσιμο να συζητείται εγκαίρως η στρατηγική με τον γυναικολόγο. Η ανάγκη για περαιτέρω έλεγχο ή θεραπεία αποφασίζεται εξατομικευμένα.
5. Πότε χρειάζεται χειρουργείο για την ενδομητρίωση;
Το χειρουργείο μπορεί να προταθεί όταν τα συμπτώματα παραμένουν σημαντικά παρά τη συντηρητική θεραπεία, όταν υπάρχει βαθιά ενδομητρίωση, σημαντική ανατομική νόσος, ενδομητριώματα ή συμμετοχή οργάνων όπως το έντερο και το ουροποιητικό σύστημα. Μπορεί επίσης να συζητηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις υπογονιμότητας, αφού αξιολογηθούν συνολικά οι αναπαραγωγικοί στόχοι της γυναίκας. Η απόφαση δεν πρέπει να λαμβάνεται μόνο με βάση την παρουσία μιας εστίας σε υπερηχογράφημα ή μαγνητική τομογραφία. Χρειάζεται εξειδικευμένη εκτίμηση των πιθανών οφελών και κινδύνων της επέμβασης σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Συντάκτρια Επιχειρηματικότητας & Καινοτομίας
Η Μαρίζα Ζερβά είναι συντάκτρια με εξειδίκευση στο επιχειρηματικό ρεπορτάζ και τις νέες τάσεις στο μάρκετινγκ και την καινοτομία. Με σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και background σε digital media, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην αγορά, αναλύοντας με οξυδέρκεια τα νέα δεδομένα που διαμορφώνουν το επιχειρείν στην Ελλάδα και διεθνώς.