Ian Gillan: 5 απρόσμενες συνεργασίες – Από τον Ρακιντζή στο Blue Dragon
Υπάρχουν φωνές που έχουν ταυτιστεί με ολόκληρα μουσικά είδη. Και υπάρχουν καλλιτέχνες που, παρά την τεράστια επιτυχία τους, δεν δίστασαν να εξερευνήσουν διαφορετικούς δημιουργικούς κόσμους. Ο Ian Gillan, η εμβληματική φωνή των Deep Purple, ανήκει αναμφίβολα και στις δύο κατηγορίες.
Για εκατομμύρια ακροατές, το όνομά του είναι συνώνυμο του hard rock. Τραγούδια όπως τα Child in Time, Highway Star και Smoke on the Water έχουν αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στην ιστορία της μουσικής, καθιερώνοντάς τον ως έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους τραγουδιστές του είδους.
Ωστόσο, πέρα από τη θρυλική πορεία του με τους Deep Purple, ο Ian Gillan έχει πραγματοποιήσει συνεργασίες που δύσκολα θα μπορούσε να προβλέψει ακόμη και ο πιο αφοσιωμένος θαυμαστής του.
Ποιος θα φανταζόταν ότι θα τραγουδούσε με τον Μιχάλη Ρακιντζή στην Ελλάδα των 90s, ότι θα ερμήνευε μουσική για ένα ιαπωνικό RPG του Xbox 360 ή ότι θα μοιραζόταν τη σκηνή με τον Luciano Pavarotti;
Ακολουθούν πέντε από τις πιο απρόσμενες συνεργασίες του Ian Gillan, οι οποίες αποδεικνύουν ότι η μουσική δεν γνωρίζει γεωγραφικά σύνορα, πολιτισμικούς περιορισμούς ή αυστηρές καλλιτεχνικές κατηγορίες.
Ο Ian Gillan επί σκηνής με τους Deep Purple το 2022.
Φωτογραφία: Stefan Brending (CC BY-SA 3.0 DE).
Περιεχόμενα
Toggle1. Μιχάλης Ρακιντζής – Get Away (1992): Όταν η ελληνική ποπ συνάντησε τη hard rock
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Μιχάλης Ρακιντζής βρισκόταν ήδη ανάμεσα στους πιο δημοφιλείς εκπροσώπους της ελληνικής ποπ σκηνής. Με προσωπικό μουσικό ύφος, επιτυχημένα τραγούδια και έντονη συναυλιακή παρουσία, είχε καταφέρει να δημιουργήσει το δικό του πιστό κοινό.
Και τότε συνέβη κάτι που έμοιαζε σχεδόν απίθανο: ο Ian Gillan συνεργάστηκε με τον Μιχάλη Ρακιντζή για το τραγούδι Get Away.
Η συνεργασία τους αποτυπώθηκε δισκογραφικά το 1992, με τον Βρετανό τραγουδιστή να συμμετέχει συνολικά σε τρεις συνθέσεις του άλμπουμ Έτσι μ’ αρέσει: Get Away, My Heart Remains the Same και I Think I Know.
Για τα δεδομένα της ελληνικής μουσικής σκηνής εκείνης της εποχής, η παρουσία της φωνής των Deep Purple σε έναν δίσκο του Ρακιντζή αποτέλεσε μια πραγματική έκπληξη.
Πώς προέκυψε η γνωριμία του Ian Gillan με τον Μιχάλη Ρακιντζή;
Η ιστορία πίσω από αυτή τη συνύπαρξη είναι σχεδόν εξίσου ενδιαφέρουσα με το ίδιο το μουσικό αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με όσα έχει αφηγηθεί ο Μιχάλης Ρακιντζής, ο Gillan βρισκόταν στην Αθήνα για συναυλία όταν, κατά τη διάρκεια μιας βραδινής εξόδου με ανθρώπους της δισκογραφικής εταιρείας, άκουσε τραγούδια του Έλληνα καλλιτέχνη.
Το ενδιαφέρον του οδήγησε σε μια απρόσμενη γνωριμία, με καθοριστικό ρόλο να διαδραματίζει ο Μάνος Ξυδούς, ο οποίος εργαζόταν τότε στη δισκογραφική εταιρεία και ανέλαβε να φέρει τους δύο μουσικούς σε επαφή.
Αρχικά, η πρόταση αφορούσε τη συμμετοχή του Gillan σε ένα τραγούδι. Τελικά, όμως, ο Βρετανός ερμήνευσε τρεις συνθέσεις, μετατρέποντας μια τυχαία συνάντηση σε ολοκληρωμένη δισκογραφική συνεργασία.
Η συνεργασία τους περιλάμβανε επίσης τα γυρίσματα του βιντεοκλίπ για το Get Away στην Κέα, στο οποίο συμμετείχε και η γνωστή Ελληνίδα ηθοποιός Βάνα Μπάρμπα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο νησί, οι δύο καλλιτέχνες είχαν την ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα μακριά από το στούντιο.
Οι κοινές συναυλίες του 1993 στην Ελλάδα
Η ιστορία δεν σταμάτησε στις ηχογραφήσεις.
Το 1993, ο Ian Gillan και ο Μιχάλης Ρακιντζής πραγματοποίησαν κοινές εμφανίσεις στην Ελλάδα, με συναυλίες στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα και στην Αθήνα.
Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία αυτής της συνεργασίας κατέχει η εμφάνισή τους στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, την 1η Σεπτεμβρίου 1993, σύμφωνα με το επίσημο συναυλιακό αρχείο του Gillan.
Εκεί, το ελληνικό κοινό είχε την ευκαιρία να ακούσει τόσο τις κοινές τους ηχογραφήσεις όσο και κλασικά τραγούδια των Deep Purple, όπως τα Smoke on the Water, Black Night και Woman from Tokyo.
Από τη συγκεκριμένη συναυλία έχει διασωθεί και ανεπίσημη ηχογράφηση, προσφέροντας μια σπάνια καταγραφή της συνύπαρξής τους επί σκηνής.
Παρά τις διαφορετικές αντιδράσεις που προκάλεσε τότε το εγχείρημα, η συνεργασία του Ρακιντζή με τον Gillan εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο ιδιαίτερες διεθνείς συναντήσεις στην ιστορία της ελληνικής ποπ και ροκ δισκογραφίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η συνεργασία αυτή δεν ξεχάστηκε από τον Ian Gillan. Το 2012, το Get Away συμπεριλήφθηκε στη διπλή συλλογή WhoCares, την οποία κυκλοφόρησε μαζί με τον Tony Iommi των Black Sabbath.
Μάλιστα, στο δεύτερο CD της ίδιας συλλογής περιλαμβάνεται και το Holy Water, μία ακόμη απρόσμενη συνεργασία που θα συναντήσουμε στη συνέχεια του αφιερώματος.
Το στοιχείο που κάνει την ιστορία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι ότι δεν γεννήθηκε μέσα από έναν αυστηρά οργανωμένο σχεδιασμό, αλλά από μια τυχαία μουσική ανακάλυψη που εξελίχθηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο.
2. Nobuo Uematsu και Hironobu Sakaguchi – Eternity (2006): Ο Ian Gillan στον κόσμο των ιαπωνικών RPG
Αν η συνεργασία με τον Μιχάλη Ρακιντζή φαντάζει απρόσμενη, η συμμετοχή του Ian Gillan στο soundtrack του Blue Dragon αποτελεί μια εξίσου εντυπωσιακή περίπτωση συνάντησης διαφορετικών μουσικών και πολιτισμικών κόσμων.
Το 2006 κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία το Blue Dragon, ένα παιχνίδι ρόλων για το Xbox 360, το οποίο αναπτύχθηκε από τις Mistwalker και Artoon και εκδόθηκε από τη Microsoft.
Επικεφαλής του δημιουργικού εγχειρήματος βρισκόταν ο Hironobu Sakaguchi, δημιουργός του Final Fantasy και μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στην ιστορία των ιαπωνικών RPG.
Τη μουσική του παιχνιδιού ανέλαβε ο Nobuo Uematsu, ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους συνθέτες της μουσικής των βιντεοπαιχνιδιών και επί χρόνια στενός συνεργάτης του Sakaguchi.
Το Blue Dragon κυκλοφόρησε το 2006 για το Xbox 360, με μουσική του Nobuo Uematsu και δημιουργική επίβλεψη του Hironobu Sakaguchi.
Ανάμεσα στις συνθέσεις του soundtrack ξεχώριζε το Eternity, ένα δυναμικό hard rock τραγούδι που χρησιμοποιήθηκε ως μουσικό θέμα σε μάχες με bosses.
Και η φωνή που επιλέχθηκε για την ερμηνεία του δεν ήταν άλλη από εκείνη του Ian Gillan.
Η συγκεκριμένη συμμετοχή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της μουσικής ευελιξίας του Uematsu, ενός δημιουργού που δεν περιορίστηκε σε ένα μόνο ύφος.
Για όσους επιθυμούν να ανακαλύψουν περισσότερες πτυχές του έργου του, το Targeted.gr έχει παρουσιάσει σε ξεχωριστό αφιέρωμα πέντε μελωδίες του Nobuo Uematsu που αξίζουν περισσότερη προσοχή, αναδεικνύοντας χαρακτηριστικές συνθέσεις του από τη σειρά Final Fantasy.
Όταν η μουσική των ιαπωνικών RPG συνάντησε τη βρετανική hard rock
Το Eternity ξεχωρίζει όχι μόνο για τον ιδιαίτερο ήχο του, αλλά και για τους δημιουργούς που συμμετείχαν στην ηχογράφησή του. Τη μουσική συνέθεσε ο Nobuo Uematsu, ενώ τους στίχους έγραψε ο Hironobu Sakaguchi, με τον Ian Gillan να αναλαμβάνει τη φωνητική ερμηνεία. Την ενορχήστρωση επιμελήθηκε ο Satoshi Henmi, ενώ την αγγλική απόδοση των στίχων πραγματοποίησε ο Alexander O. Smith.
Το αποτέλεσμα είναι ένα εκρηκτικό κομμάτι που συνδυάζει τη χαρακτηριστική αισθητική της ιαπωνικής μουσικής βιντεοπαιχνιδιών με την ενέργεια και την ένταση της κλασικής βρετανικής hard rock.
Η χαρακτηριστική φωνή του Gillan, γνωστή από μερικές από τις πιο εμβληματικές ηχογραφήσεις των Deep Purple, βρήκε έτσι τη θέση της σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον: ένα ιαπωνικό παιχνίδι φαντασίας, όπου η μουσική αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δράσης.
Το Eternity κυκλοφόρησε και ως ξεχωριστό CD single
Η συμμετοχή του Ian Gillan στο Blue Dragon δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στο παιχνίδι.
Στις 22 Νοεμβρίου 2006, η Aniplex κυκλοφόρησε το Eternity ως αυτόνομο CD single στην Ιαπωνία, με αριθμό καταλόγου SVWC-7427.
Η συγκεκριμένη έκδοση προηγήθηκε τόσο της ιαπωνικής κυκλοφορίας του παιχνιδιού, στις 7 Δεκεμβρίου 2006, όσο και της κυκλοφορίας του πλήρους soundtrack σε διπλό CD, στις 13 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς.
Για τους φίλους των ιαπωνικών RPG, το Eternity παραμένει μια ιδιαίτερη στιγμή στην ιστορία της μουσικής των βιντεοπαιχνιδιών.
Για τους θαυμαστές των Deep Purple, από την άλλη, αποτελεί μια ακόμη απόδειξη ότι η φωνή του Ian Gillan μπορούσε να ξεπεράσει τα παραδοσιακά όρια της ροκ και να βρει τη θέση της ακόμη και μέσα σε ένα ψηφιακό σύμπαν φαντασίας.
3. Luciano Pavarotti – Nessun Dorma (2001 και 2003): Μια ιστορική συνάντηση ροκ και όπερας
Η φωνή του Ian Gillan είναι διάσημη για την ένταση και το μεγάλο φωνητικό της εύρος. Παρ’ όλα αυτά, ελάχιστοι θα περίμεναν να τον δουν να μοιράζεται τη σκηνή με έναν από τους σημαντικότερους τενόρους του 20ού αιώνα.
Κι όμως, αυτό ακριβώς συνέβη όταν ο Luciano Pavarotti συνεργάστηκε μαζί του στο περίφημο Nessun Dorma, την εμβληματική άρια από την όπερα Turandot του Giacomo Puccini.
Οι δύο καλλιτέχνες εμφανίστηκαν μαζί στις φιλανθρωπικές εκδηλώσεις Pavarotti & Friends στη Μόντενα της Ιταλίας, το 2001 και ξανά το 2003.
Γιατί επέλεξαν το Nessun Dorma;
Η ιστορία πίσω από τη συνεργασία είναι σχεδόν εξίσου ενδιαφέρουσα με την ίδια την ερμηνεία.
Όπως έχει διηγηθεί ο Gillan, όταν ο Pavarotti επικοινώνησε μαζί του, του πρότεινε να ερμηνεύσουν ένα τραγούδι των Deep Purple, αναφέροντας μάλιστα το Child in Time.
Ο Gillan, ωστόσο, είχε μια διαφορετική ιδέα: να τραγουδήσουν μαζί το Nessun Dorma.
Η πρόταση προκάλεσε αρχικά έκπληξη στον Ιταλό τενόρο, αλλά τελικά οδήγησε σε μία από τις πιο ασυνήθιστες μουσικές συναντήσεις στην καριέρα και των δύο.
Η συνύπαρξη της κλασικής φωνητικής τεχνικής του Pavarotti με τη χαρακτηριστική ροκ ερμηνεία του Gillan απέδειξε ότι ακόμη και δύο τόσο διαφορετικές παραδόσεις μπορούν να συναντηθούν δημιουργικά.
Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ο φιλανθρωπικός χαρακτήρας των εμφανίσεων, οι οποίες συνδέθηκαν με τη στήριξη παιδιών που είχαν πληγεί από πολεμικές συγκρούσεις.
4. Andrew Lloyd Webber και Tim Rice – Jesus Christ Superstar (1970): Ο Ian Gillan στον ρόλο του Ιησού
Πολύ πριν από τις συνεργασίες με τον Ρακιντζή και τον Uematsu, ο Ian Gillan είχε ήδη πραγματοποιήσει μία από τις πιο ιδιαίτερες καλλιτεχνικές επιλογές της καριέρας του.
Το 1970 συμμετείχε στην αρχική στούντιο ηχογράφηση του Jesus Christ Superstar, της περίφημης ροκ όπερας που δημιούργησαν ο συνθέτης Andrew Lloyd Webber και ο στιχουργός Tim Rice.
Και δεν ανέλαβε κάποιον μικρό ρόλο. Ο Gillan επιλέχθηκε για να ερμηνεύσει τον ίδιο τον Ιησού Χριστό.
Η αρχική εκδοχή του έργου κυκλοφόρησε ως concept album, προτού μεταφερθεί στη θεατρική σκηνή και εξελιχθεί σε παγκόσμιο φαινόμενο.
Το Gethsemane και μία από τις πιο απαιτητικές ερμηνείες του
Μία από τις κορυφαίες στιγμές της συμμετοχής του είναι το Gethsemane (I Only Want to Say).
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα απαιτητικό τραγούδι, που συνδυάζει έντονη δραματικότητα, συναισθηματική φόρτιση και φωνητικές κορυφώσεις.
Εδώ ο Gillan δεν λειτουργεί απλώς ως frontman ενός rock συγκροτήματος. Καλείται να αποδώσει έναν θεατρικό χαρακτήρα, χρησιμοποιώντας τη φωνή του ως αφηγηματικό και δραματικό εργαλείο.
Η παρουσία του στην αυθεντική ηχογράφηση αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της σχέσης ανάμεσα στη rock μουσική και το μουσικό θέατρο, σε μια εποχή που τα όρια μεταξύ των δύο άρχιζαν να επαναπροσδιορίζονται.
5. Ara Gevorgyan και Arshak Sahakyan – Holy Water (2011): Η ροκ συναντά την αρμένικη παράδοση
Η τελευταία επιλογή του αφιερώματός μας συνδέεται όχι μόνο με τη μουσική, αλλά και με την ανθρωπιστική δράση.
Το 2011, ο Ian Gillan και ο κιθαρίστας των Black Sabbath, Tony Iommi, συνεργάστηκαν στο φιλανθρωπικό μουσικό σχήμα WhoCares.
Στο εγχείρημα συμμετείχαν και άλλοι γνωστοί μουσικοί της rock και metal σκηνής, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για την αποκατάσταση μουσικής σχολής στο Γκιουμρί της Αρμενίας, μιας πόλης που είχε πληγεί σοβαρά από τον καταστροφικό σεισμό του 1988.
Ανάμεσα στα τραγούδια του project βρισκόταν το Holy Water.
Αυτό που καθιστά τη συγκεκριμένη σύνθεση ιδιαίτερη είναι η συμμετοχή δύο Αρμένιων μουσικών: του συνθέτη Ara Gevorgyan, που συνέβαλε στη μουσική εισαγωγή με duduk και στα πλήκτρα, και του Arshak Sahakyan, ο οποίος ερμήνευσε το σόλο με duduk.
Η παρουσία τους προσέδωσε στο τραγούδι μια ξεχωριστή μουσική ταυτότητα, συνδέοντας τη χαρακτηριστική φωνή του Gillan με στοιχεία της αρμένικης μουσικής παράδοσης.
Τι είναι το duduk και γιατί η συμμετοχή του έχει σημασία;
Το duduk είναι ένα παραδοσιακό αρμένικο πνευστό όργανο, γνωστό για τον βαθύ, ζεστό και μελαγχολικό του ήχο.
Η παρουσία του στο Holy Water προσφέρει μια διαφορετική μουσική διάσταση, δημιουργώντας μια σύνδεση ανάμεσα στη δυτική hard rock και την αρμένικη μουσική κληρονομιά.
Εδώ η συνεργασία αποκτά και συμβολικό χαρακτήρα: μουσικοί από διαφορετικές χώρες και παραδόσεις ενώνουν τις δυνάμεις τους για έναν κοινό κοινωνικό σκοπό.
Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη συμμετοχή του Gillan σε ένα rock project, αλλά για ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η μουσική μπορεί να αποτελέσει γέφυρα αλληλεγγύης.
Πέρα από τους Deep Purple: Μια φωνή που δεν γνώρισε μουσικά σύνορα
Από την ελληνική ποπ του Μιχάλη Ρακιντζή μέχρι τον ψηφιακό κόσμο του Blue Dragon, από την ιταλική όπερα μέχρι το βρετανικό μουσικό θέατρο και την αρμένικη παραδοσιακή μουσική, ο Ian Gillan έχει συμμετάσχει σε δημιουργικές συναντήσεις που υπερβαίνουν τα όρια ενός συγκεκριμένου μουσικού είδους.
Κάποιες από αυτές έγιναν ιδιαίτερα γνωστές. Άλλες παρέμειναν περισσότερο αναγνωρίσιμες σε εξειδικευμένα ακροατήρια, όπως οι φίλοι των ιαπωνικών RPG.
Όλες, όμως, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αποκαλύπτουν έναν καλλιτέχνη που δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στη μουσική ταυτότητα με την οποία έγινε παγκοσμίως διάσημος.
Τελικά, ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της πορείας του Ian Gillan: ότι η ίδια φωνή μπόρεσε να ενώσει ανθρώπους, μουσικές παραδόσεις και πολιτισμούς που διαφορετικά δύσκολα θα συναντιούνταν.
Συχνές ερωτήσεις (FAQ) για τις συνεργασίες του Ian Gillan
Ποια τραγούδια ηχογράφησε ο Ian Gillan με τον Μιχάλη Ρακιντζή;
Ο Ian Gillan συμμετείχε στα Get Away, My Heart Remains the Same και I Think I Know, που συμπεριλήφθηκαν στο άλμπουμ Έτσι μ’ αρέσει του Μιχάλη Ρακιντζή, το 1992.
Τραγούδησε πράγματι ο Ian Gillan σε βιντεοπαιχνίδι;
Ναι. Το 2006 ερμήνευσε το Eternity, μια σύνθεση του Nobuo Uematsu σε στίχους του Hironobu Sakaguchi, για το ιαπωνικό RPG Blue Dragon του Xbox 360.
Πότε συνεργάστηκε ο Ian Gillan με τον Luciano Pavarotti;
Οι δύο τραγουδιστές ερμήνευσαν μαζί το Nessun Dorma στις φιλανθρωπικές συναυλίες Pavarotti & Friends το 2001 και το 2003 στην Ιταλία.
Ποιον ρόλο είχε ο Ian Gillan στο Jesus Christ Superstar;
Ερμήνευσε τον Ιησού Χριστό στην αυθεντική στούντιο ηχογράφηση της ροκ όπερας των Andrew Lloyd Webber και Tim Rice, που κυκλοφόρησε το 1970.

Γεννημένος στην Αθήνα, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, έχοντας ήδη πατήσει τα 30, ο υποφαινόμενος, με σπουδές στην Ψυχολογία, παραμένει ανήσυχος, ανικανοποίητος, λάτρης της συνεχούς αναζήτησης, μανιώδης συλλέκτης αντικειμένων που σχετίζονται με τις προσφιλείς του δραστηριότητες.